Η έμφυλη βία αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα με βαθιές ρίζες σε πατριαρχικά συστήματα και έμφυλες ανισότητες. Όταν το φύλο διασταυρώνεται με άλλες ταυτότητες, όπως η αναπηρία, το φαινόμενο αποκτά επιπλέον πολυπλοκότητα και ένταση. Οι γυναίκες με αναπηρία βιώνουν τη βία με ιδιαίτερα σκληρό και συχνά αόρατο τρόπο, καθιστώντας την εμπειρία τους μία περίπτωση «διπλής ευαλωτότητας» — μια ταυτόχρονη έκθεση τόσο σε έμφυλη όσο και σε κοινωνική περιθωριοποίηση λόγω της αναπηρίας. Η έννοια της διαθεματικότητας (intersectionality), όπως ορίστηκε από την Kimberlé Crenshaw (1989), υπογραμμίζει ότι οι μορφές καταπίεσης δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά διασταυρώνονται. Στην περίπτωση των γυναικών με αναπηρία, η έμφυλη βία δεν προκύπτει απλώς από το φύλο ή την αναπηρία, αλλά από τη διασταύρωσή τους, η οποία δημιουργεί συνθήκες εντατικοποιημένης ευαλωτότητας και αορατότητας.Έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες με αναπηρία έχουν πολλαπλάσιο κίνδυνο να υποστούν βία συγκριτικά με γυναίκες χωρίς αναπηρία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, 2021), οι γυναίκες με αναπηρία διατρέχουν έως και τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική κακοποίηση.
Μορφές βίας που αντιμετωπίζουν περιλαμβάνουν:
- Σωματική κακοποίηση, όπου η κινητική ή αισθητηριακή εξάρτηση γίνεται εργαλείο εξουσίας.
- Σεξουαλική κακοποίηση, συχνά με αδυναμία διαφυγής ή καταγγελίας.
- Οικονομική βία, με στέρηση πόρων ή πρόσβασης σε βοηθήματα.
- Ψυχολογική βία, με απαξίωση της ταυτότητας και απομόνωση.
- Ιδρυματική βία, μέσα σε χώρους φροντίδας ή ψυχιατρικά ιδρύματα.
Η εξάρτηση από τον φροντιστή ή τον σύντροφο για την κάλυψη βασικών αναγκών (σίτιση, μετακίνηση, φαρμακευτική αγωγή) εντείνει τη δυνατότητα άσκησης βίας και δυσκολεύει την απομάκρυνση από κακοποιητικές συνθήκες. Ο έλεγχος μπορεί να λάβει και μορφή στέρησης της κινητικής υποστήριξης, όπως η απόκρυψη αναπηρικού αμαξιδίου ή η παρακράτηση φαρμάκων (Hughes et al., 2011). Παρά τη σοβαρότητα του προβλήματος, η έμφυλη βία κατά γυναικών με αναπηρία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Οι ίδιες οι γυναίκες συχνά δεν καταγγέλλουν τη βία είτε λόγω φόβου, είτε λόγω έλλειψης προσβασιμότητας στις υπηρεσίες, είτε λόγω της εμπειρίας ότι δεν θα τις πιστέψουν. Οι θεσμικές παρεμβάσεις είναι συχνά μη προσβάσιμες — τόσο κυριολεκτικά (χωρίς ράμπες, διερμηνείς νοηματικής κ.ά.) όσο και συμβολικά (με προσωπικό που αγνοεί τις ανάγκες των γυναικών με αναπηρία ή τις υποβιβάζει). Σημαντικό εμπόδιο είναι και η κοινωνική απεικόνιση της γυναίκας με αναπηρία ως «ασεξουαλική», «παιδική» ή «ανίκανη» για ανεξάρτητη ζωή. Αυτά τα στερεότυπα την καθιστούν μη αναγνωρίσιμη ως θύμα ή ακόμα και ως εν δυνάμει επιζήσασα βίας. Η βία εσωτερικοποιείται ως «φυσική συνέπεια» της εξάρτησης, εντείνοντας τη σιωπή και την παραίτηση.
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτείται διαθεματική προσέγγιση:
- Εκπαίδευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας, αστυνομικών, δικαστικών και φροντιστών στην αναγνώριση και διαχείριση τέτοιων περιστατικών.
- Προσβάσιμες δομές με δυνατότητα επικοινωνίας για άτομα με αισθητηριακές ή νοητικές δυσκολίες.
- Νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και της πολλαπλής διάκρισης ως επιβαρυντικών παραγόντων.
- Ενδυνάμωση των ίδιων των γυναικών με αναπηρία μέσω εκπαίδευσης, δικτύωσης και συμμετοχής σε φεμινιστικούς χώρους.
Η έμφυλη βία κατά των γυναικών με αναπηρία αποκαλύπτει τις πιο σκοτεινές πτυχές των διακρίσεων: εκεί όπου η σωματική ή νοητική ευαλωτότητα συναντά τον έμφυλο έλεγχο. Η σιωπή γύρω από αυτές τις εμπειρίες δεν είναι τυχαία· είναι αποτέλεσμα κοινωνικής τύφλωσης, θεσμικής ανεπάρκειας και παγιωμένων στερεοτύπων.Η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ένταξη της φωνής των ίδιων των γυναικών με αναπηρία στη χάραξη πολιτικών. Γιατί χωρίς αυτές, μιλάμε για αυτές και όχι μαζί τους.